Την ώρα που η κυβέρνηση διανύει την πιο… ζόρικη περίοδο της εξαετούς θητείας Μητσοτάκη στην εξουσία, έστω κι αν μέχρι νεωτέρας δείχνει να έχει καταλαγιάσει η ορμή που έβγαλε εκατομμύρια Ελλήνων στους δρόμους με αφορμή το θέμα των Τεμπών (και βαθύτερα αίτια την ανάγκη να δοθούν απαντήσεις στις ανησυχίες των πολιτών για τα προβλήματα της καθημερινότητας), ήρθε στο επίκεντρο της επικαιρότητας μια ανακοίνωση που υπό κανονικές συνθήκες θα έπρεπε να γίνει λάβαρο της κυβερνητικής επικοινωνίας και της δημόσιας επιχειρηματολογίας των κορυφαίων υπουργών.
Ο λόγος για το… ορόσημο -δεδομένου του μεγέθους των αυξήσεων- των ανακοινώσεων για τη βελτίωση του μισθολογικού στάτους των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων, οι οποίες ήρθαν ελάχιστα εικοσιτετράωρα μετά το επίσης θετικό μαντάτο της αύξησης του κατώτατου μισθού και θα μπορούσαν να βάλουν έστω και προσωρινά την κυβέρνηση καβάλα στ’ άλογο για τρεις λόγους.
Ο πρώτος έχει να κάνει με την πρακτική διάσταση, που δεν είναι άλλη από την ανάσα σε μια σημαντική κοινωνική ομάδα, της οποίας η σχέση με την κυβερνώσα παράταξη έχει ακόμη και σήμερα πολύ βαθιές ρίζες. Ο δεύτερος με την εξυπηρέτηση της μόνιμης πλέον στόχευσης για το διαρκές άνοιγμα της ΝΔ προς το παραδοσιακό δεξιό ακροατήριό της, αφού η εξέλιξη αυτή «αγγίζει» ένα σημαντικό κομμάτι των πολιτών που (με καθαρά συναισθηματικούς όρους, για να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις) νιώθουν ανακλαστικά μια διαχρονική εγγύτητα με τα στελέχη του στρατεύματος.
Μάλιστα σε περιόδους γεωστρατηγικής ρευστότητας, όπως αυτή που διανύουμε, το συναίσθημα αυτό εκφράζει ακόμη μεγαλύτερα κομμάτια της κοινωνίας, τα οποία δεν έχουν καμία ιδεολογική προσέγγιση με τη λεγόμενη λαϊκή Δεξιά. Το τρίτο και ίσως πιο σημαντικό στοιχείο είναι ότι οι παρεμβάσεις αυτές θα μπορούσαν να υπενθυμίσουν ότι, παρά τα δομικά ζητήματά της, η κυβέρνηση Μητσοτάκη είναι ταυτισμένη με τη σταθερότητα (με φόντο την απουσία θεσμικής και σοβαρής εναλλακτικής πρότασης διακυβέρνησης) και κατ’ επέκταση την προώθηση ενεργειών στην κατεύθυνση της αντιμετώπισης της ακρίβειας, του πληθωρισμού και των άλλων μεγάλων κοινωνικών ζητημάτων, ανεξαρτήτως αν οι όποιες πρωτοβουλίες κρίνονται επαρκείς ή όχι.
Ωστόσο, η καλλιέργεια προσδοκίας και μόνο είναι σαν βάλσαμο για τη σημερινή δημοσκοπική εικόνα της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Σε έναν βαθμό η παράμετρος αυτή εισήλθε στην εξίσωση των κοινωνικών και πολιτικών ισορροπιών, κάτι που πιθανώς θα διαφανεί στο άμεσο μέλλον με τις επόμενες μετρήσεις. Όμως, τα πράγματα θα μπορούσαν κατά πάσα βεβαιότητα να είναι καλύτερα για την κυβέρνηση και ο αντίκτυπος των νέων μέτρων ακόμη πιο ισχυρός, αν ορισμένοι δεν έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους για να θολώσουν το εκπεμπόμενο μήνυμα. Πραγματικά δεν έχει σημασία αν επρόκειτο για τον Γεωργιάδη, τον Κικίλια, τον Πλεύρη ή τον Αβραμόπουλο ή αν το κίνητρό τους ήταν μια… δήθεν ευνοϊκή μεταχείριση του Νίκου Δένδια από το Μέγαρο Μαξίμου, καθώς του δόθηκε η δυνατότητα να προχωρήσει ο ίδιος στις επίμαχες ανακοινώσεις και όχι ο πρωθυπουργός.
Για όσους φυσικά γνωρίζουν πρόσωπα και καταστάσεις στη «γαλάζια» ανθρωπογεωγραφία, οι αιτιάσεις περί αβάντας του πρωθυπουργού στον υπουργό Εθνικής Άμυνας προκαλούν απορίες, για να μην πούμε ευγενικά χαμόγελα. Δεν έχει νόημα μάλιστα να σταθούμε σε κομβικές παρεμβάσεις των χαρτοφυλακίων τους, που γνωστοποίησαν και -ορθώς- οι ίδιοι κατά την παρουσία τους στο κυβερνητικό σχήμα. Αυτό στο οποίο πρέπει να επιμείνει κανείς είναι ότι στο κυβερνητικό στρατόπεδο βρίσκουν πια τρόπο για να διχαστούν ακόμη και για τα καλά. Και εδώ δεν μιλάμε για μία ερώτηση που συνυπέγραψαν ο Στυλιανίδης, ο Βλάχος ή ο Χρυσομάλλης (με κάθε σεβασμό βεβαίως στα πρόσωπα), αλλά για δηλώσεις κορυφαίων υπουργών και κοινοβουλευτικών εκπροσώπων, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.
Προφανώς και σωστά υπογραμμίστηκε η ανάγκη να μπουν στο κάδρο των αυξήσεων και οι υπόλοιπες κατηγορίες ένστολων, αστυνομικοί, λιμενικοί και πυροσβέστες. Προφανώς και σωστά το ζήτησαν δημοσίως. Όταν όμως ο πυρήνας της ρητορικής τους δεν είναι το τι έγινε αλλά αποκλειστικά σχεδόν το τι πρέπει να γίνει μέχρι τη ΔΕΘ ή νωρίτερα, τότε η σκέψη πάει αλλού. Αφενός στο πεδίο των προσωπικών ανταγωνισμών και σχεδιασμών και αφετέρου στη δημιουργία ενός κλίματος, το οποίο δεν έχει γυρισμό, ακόμη και αν βελτιωθούν οι δείκτες αποδοχής των κυβερνητικών πεπραγμένων στην κοινωνία, ακόμη και αν η ΝΔ και ο Μητσοτάκης συνεχίζουν να… παίζουν μόνοι τους μέχρι και τις επόμενες εθνικές εκλογές.
Γιατί όταν η εσωστρέφεια δεν έχει φρένο, τότε τα πράγματα θα καταστούν μαθηματικώς μη αναστρέψιμα, αφού εξαρχής θα τορπιλίζεται κάθε βήμα, αφού ο καθείς θα ασχολείται με το εκλογικό ή το… υπουργικό του ακροατήριο. Αρκεί βεβαίως να έχουν άπαντες στον νου τους ότι ειδικά υπό τις παρούσες συνθήκες το κύμα θα συμπαρασύρει, εκτός από την κυβέρνηση, τόσο τη χώρα όσο πιθανόν και τους ίδιους μαζί με τα μελλοντικά σχέδιά τους.
Εφημερίδα Απογευματινή